ένστικτο
[ˈenstikto]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
инстинкт, врождённое побуждение
instinct, innate impulse or drive · το ένστικτο της επιβίωσης — инстинкт выживания
2
интуиция, внутреннее чувство
intuition, gut feeling · ακολούθησε το ένστικτό της — она последовала своей интуиции
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ένστικτο
вин.
το ένστικτο
род.
του ένστικτου
зват.
ένστικτο
Мн. ч.
им.
τα ένστικτα
вин.
τα ένστικτα
род.
των ένστικτων
зват.
ένστικτα
Примеры
Τα ζώα έχουν ισχυρά ένστικτα για επιβίωση.
У животных сильные инстинкты выживания. · Animals have strong survival instincts.
Το ένστικτό της της είπε ότι κάτι δεν ήταν σωστό.
Её интуиция подсказала ей, что что-то не так. · Her instinct told her something was wrong.
Ακολούθησε το ένστικτό του και δεν μετάνιωσε.
Он прислушался к своему чувству и не пожалел. · He trusted his gut and didn't regret it.