ένσταση
[ˈenstasi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
возражение, протест, возражение
objection, protest · έχω ένσταση — иметь возражение
2
юридическое возражение, ходатайство
legal exception, motion · ένσταση στο δικαστήριο — возражение в суде
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ένσταση
вин.
την ένσταση
род.
της ένστασης
зват.
ένσταση
Мн. ч.
им.
οι ενστάσεις
вин.
τις ενστάσεις
род.
των ενστάσεων
зват.
ενστάσεις
Примеры
Έχω σοβαρή ένσταση για αυτό το σχέδιο.
У меня серьёзные возражения против этого плана. · I have serious objections to this plan.
Ο δικηγόρος υπέβαλε ένσταση στο δικαστήριο.
Адвокат подал возражение в суд. · The lawyer filed a motion with the court.
Δεν υπάρχει ένσταση για τη δική του πρόταση.
Нет никаких возражений против его предложения. · There is no objection to his proposal.
Οι ενστάσεις των μελών ήταν πολύ ισχυρές.
Возражения членов были очень сильными. · The members' objections were very strong.