ένοικος
[ˈenikos]прилагательноеB1
Значения
1
живущий в доме, жилой
inhabiting, resident, occupied (of a dwelling) · ένοικο σπίτι — жилой дом
2
занимающий должность, находящийся в должности
holding office, in office · ένοικος πρόεδρος — действующий президент
Грамматика
мужской род
им.
ένοικος
вин.
ένοικο
род.
ένοικου
зват.
ένοικε
женский род
им.
ένοικη
вин.
ένοικη
род.
ένοικης
зват.
ένοικη
средний род
им.
ένοικο
вин.
ένοικο
род.
ένοικου
зват.
ένοικο
Примеры
Αυτό το διαμέρισμα είναι ένοικο και δεν ενοικιάζεται.
Эта квартира жилая и не сдаётся в аренду. · This apartment is occupied and is not for rent.
Ο ένοικος πρόεδρος θα συμμετάσχει στη συνάντηση αύριο.
Действующий президент примет участие в встрече завтра. · The incumbent president will attend the meeting tomorrow.
Οι ένοικες κατοικίες της πόλης αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια.
Жилые дома в городе увеличились за последние годы. · The inhabited houses in the city have increased in recent years.