Греческий словарь
с грамматикой

ένιωθα

[ˈeniɔθa]глаголA2

Значения

1
чувствовал(а), испытывал(а)
felt, experienced (emotion or sensation) · ένιωθα μεγάλη χαρά — чувствовал(а) большую радость
2
казалось мне, имел(а) впечатление
seemed to me, had the impression · ένιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά — казалось мне, что что-то идёт не так

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ένιωθα
εσύ
ένιωθες
αυτός
ένιωθε
εμείς
ενιώθαμε
εσείς
ενιώθατε
αυτοί
ένιωθαν
Аорист
εγώ
ένιωσα
εσύ
ένιωσες
αυτός
ένιωσε
εμείς
ενιώσαμε
εσείς
ενιώσατε
αυτοί
ένιωσαν
Будущее
εγώ
θα ένιωθα
εσύ
θα ένιωθες
αυτός
θα ένιωθε
εμείς
θα ενιώθαμε
εσείς
θα ενιώθατε
αυτοί
θα ένιωθαν

Примеры

Ένιωθα μεγάλη φόβο όταν ήμουν παιδί.
Я испытывал(а) сильный страх, когда был(а) ребёнком. · I felt great fear when I was a child.
Ένιωσες τίποτα περίεργο σήμερα;
Ты заметил(а) что-нибудь странное сегодня? · Did you sense anything strange today?
Ενιώθαμε ότι ήμαστε ασφαλείς μαζί του.
Мы чувствовали себя в безопасности рядом с ним. · We felt safe with him.
Θα ένιωθαν ευχαριστημένοι με τα αποτελέσματα.
Они бы почувствовали себя довольны результатами. · They would have felt satisfied with the results.