έμφραγμα
[ˈemfraɣma]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
инфаркт (тромбоз, закупорка кровеносного сосуда)
infarction (thrombosis, blockage of a blood vessel) · έμφραγμα του μυοκαρδίου — инфаркт миокарда
2
закупорка, засор (в переносном смысле)
blockage, obstruction (figuratively) · έμφραγμα στους αγωγούς — засор в трубопроводе
Грамматика
Ед. ч.
им.
το έμφραγμα
вин.
το έμφραγμα
род.
του εμφράγματος
зват.
έμφραγμα
Мн. ч.
им.
τα εμφράγματα
вин.
τα εμφράγματα
род.
των εμφραγμάτων
зват.
εμφράγματα
Примеры
Είχε έμφραγμα χθες το πρωί.
Вчера утром у него был инфаркт. · He had a heart attack yesterday morning.
Ο γιατρός διάγνωσε έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Врач диагностировал инфаркт миокарда. · The doctor diagnosed a myocardial infarction.
Τα εμφράγματα στις αρτηρίες είναι κίνδυνος.
Закупорки артерий опасны для здоровья. · Blockages in the arteries are a health hazard.
Ο ασθενής ανάρρωνε από το έμφραγμα αργά.
Пациент медленно восстанавливался после инфаркта. · The patient was recovering slowly from the infarction.