έμπορος
[ˈemboros]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
купец, торговец
merchant, trader · έμπορος που πουλά ρούχα — торговец, который продает одежду
Грамматика
Ед. ч.
им.
o έμπορος
вин.
τον έμπορο
род.
του εμπόρου
зват.
έμπορε
Мн. ч.
им.
οι έμποροι
вин.
τους εμπόρους
род.
των εμπόρων
зват.
έμποροι
Примеры
Ο έμπορος είχε μαγαζί στο κέντρο της πόλης.
Торговец имел магазин в центре города. · The merchant had a shop in the city centre.
Οι έμποροι συμφώνησαν να χαμηλώσουν τις τιμές.
Торговцы согласились снизить цены. · The traders agreed to lower their prices.
Ο πατέρας του ήταν έμπορος υφασμάτων.
Его отец был торговцем тканей. · His father was a fabric merchant.