έμβλημα
[ˈembliːma]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
эмблема, герб, символ
emblem, badge, symbol · το έμβλημα της χώρας — герб страны
2
значок, нашивка
badge, patch, insignia · έμβλημα στο στήθος — значок на груди
Грамматика
Ед. ч.
им.
το έμβλημα
вин.
το έμβλημα
род.
του εμβλήματος
зват.
έμβλημα
Мн. ч.
им.
τα εμβλήματα
вин.
τα εμβλήματα
род.
των εμβλημάτων
зват.
εμβλήματα
Примеры
Το έμβλημα της Ελλάδας είναι ο αετός.
Герб Греции — орёл. · Greece's emblem is the eagle.
Φορούσε το έμβλημα του σχολείου με υπερηφάνεια.
Он носил школьный значок с гордостью. · He wore his school badge with pride.
Τα εμβλήματα των ομάδων διαφέρουν σημαντικά.
Логотипы команд существенно отличаются друг от друга. · The teams' emblems differ significantly.