Греческий словарь
с грамматикой

έλκω

[ˈelko]глаголB1

Значения

1
тянуть, тащить
to pull, to drag · έλκω το σχοινί — тяну верёвку
2
привлекать, притягивать (внимание, интерес)
to attract, to draw (attention, interest) · έλκει το ενδιαφέρον μας — привлекает наше внимание
3
страдать (от болезни), мучиться
to suffer from, to be afflicted with · έλκει από πόνο — страдает от боли

Грамматика

Настоящее время
εγώ
έλκω
εσύ
έλκεις
αυτός
έλκει
εμείς
έλκουμε
εσείς
έλκετε
αυτοί
έλκουν
Аорист
εγώ
είλκυσα
εσύ
είλκυσες
αυτός
είλκυσε
εμείς
είλκυσαμε
εσείς
είλκυσατε
αυτοί
είλκυσαν
Будущее
εγώ
θα έλκω
εσύ
θα έλκεις
αυτός
θα έλκει
εμείς
θα έλκουμε
εσείς
θα έλκετε
αυτοί
θα έλκουν

Примеры

Έλκει το παιδί το παιχνίδι προς το μέρος του.
Ребёнок тащит игрушку к себе. · The child pulls the toy towards him.
Η ομορφιά της έλκει πολλούς ανθρώπους.
Её красота привлекает многих людей. · Her beauty attracts many people.
Έλκει από μια σοβαρή ασθένεια εδώ και χρόνια.
Он страдает от серьёзной болезни уже много лет. · He has been suffering from a serious illness for years.
Είλκυσαν τον τραυματία έξω από την επικίνδυνη περιοχή.
Они вытащили раненого из опасной зоны. · They dragged the wounded man out of the danger zone.