έκκληση
[ˈekklisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
призыв, воззвание
appeal, call · έκκληση για βοήθεια — призыв о помощи
2
обращение, апелляция (в суде)
appeal (legal) · έκκληση στο Δικαστήριο — апелляция в суд
3
срочный призыв, мобилизация
call-up, mobilization · έκκληση υπό τα όπλα — призыв под знамёна
Грамматика
Ед. ч.
им.
η έκκληση
вин.
την έκκληση
род.
της έκκλησης
зват.
έκκληση
Мн. ч.
им.
οι εκκλήσεις
вин.
τις εκκλήσεις
род.
των εκκλήσεων
зват.
εκκλήσεις
Примеры
Ο δήμαρχος έκανε έκκληση για εθελοντές.
Мэр обратился с призывом к добровольцам. · The mayor made an appeal for volunteers.
Υπέβαλε έκκληση κατά της απόφασης του δικαστηρίου.
Он подал апелляцию на решение суда. · He filed an appeal against the court's decision.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε έκκληση στο στρατό.
Правительство объявило мобилизацию армии. · The government announced a military call-up.
Οι εκκλήσεις του προέδρου δεν σταμάτησαν τη βία.
Призывы президента не остановили насилие. · The president's appeals did not stop the violence.