Греческий словарь
с грамматикой

έγκριση

[ˈeŋkrisi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
одобрение, утверждение (официальное)
approval, endorsement (official) · έγκριση του έργου — одобрение проекта
2
согласие, разрешение
consent, permission · χωρίς την έγκριση του διευθυντή — без разрешения директора

Грамматика

Ед. ч.
им.
η έγκριση
вин.
την έγκριση
род.
της έγκρισης
зват.
έγκριση
Мн. ч.
им.
οι εγκρίσεις
вин.
τις εγκρίσεις
род.
των εγκρίσεων
зват.
εγκρίσεις

Примеры

Η έγκριση του προϋπολογισμού είναι απαραίτητη.
Одобрение бюджета необходимо. · Budget approval is necessary.
Χρειάζεται την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου.
Нужно разрешение административного совета. · We need the administrative board's consent.
Έλαβε εγκρίσεις από τρεις διαφορετικές αρχές.
Он получил одобрения от трёх разных органов. · He received approvals from three different authorities.