Греческий словарь
с грамматикой

έγκειμαι

[ˈeŋkime]глаголC1

Значения

1
лежать в основе, быть основной задачей или обязанностью
to be incumbent upon, to rest with, to be the duty or responsibility of · του έγκειται η ευθύνη — на нём лежит ответственность
2
быть направленным против, быть обращённым к
to be directed against, to be aimed at · κατηγορία που έγκειται εναντίον του — обвинение, выдвинутое против него

Грамматика

Настоящее время
εγώ
έγκειμαι
εσύ
έγκεισαι
αυτός
έγκειται
εμείς
εγκείμαστε
εσείς
έγκεισθε
αυτοί
έγκεινται
Аорист
εγώ
ενέκειμαι
εσύ
ενέκεισαι
αυτός
ενέκειτο
εμείς
ενεκείμαστε
εσείς
ενέκεισθε
αυτοί
ενέκειντο
Будущее
εγώ
θα έγκειμαι
εσύ
θα έγκεισαι
αυτός
θα έγκειται
εμείς
θα εγκείμαστε
εσείς
θα έγκεισθε
αυτοί
θα έγκεινται

Примеры

Στον αρχηγό του έγκειται η τελική απόφαση.
На главе лежит ответственность за окончательное решение. · The final decision rests with the leader.
Οι κατηγορίες που ενέκειντο εναντίον του ήταν σοβαρές.
Выдвинутые против него обвинения были серьёзными. · The accusations lodged against him were serious.
Του έγκειται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.
На нём лежит обязанность выполнить свои обязательства. · It is incumbent upon him to fulfil his obligations.