άσθμα
[ˈazmə]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
астма (респираторное заболевание)
asthma (respiratory disease) · ασθματικός έχει άσθμα — астматик страдает астмой
Грамматика
Ед. ч.
им.
το άσθμα
вин.
το άσθμα
род.
του άσθματος
зват.
άσθμα
Мн. ч.
им.
τα άσθματα
вин.
τα άσθματα
род.
των ασθμάτων
зват.
άσθματα
Примеры
Έχει άσθμα από την παιδική του ηλικία.
Он болеет астмой с детства. · He has had asthma since childhood.
Τα άσθματα προκαλούνται από διάφορα αίτια.
Астма вызывается различными причинами. · Asthma is caused by various factors.
Η θεραπεία του άσθματος απαιτεί φαρμακευτική αγωγή.
Лечение астмы требует медикаментозной терапии. · Treatment of asthma requires medication.