άρχω
[ˈarxo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
начинать, начать
to start, to begin · άρχω να δουλεύω — начинаю работать
2
править, царствовать (архаично/формально)
to rule, to reign (archaic/formal) · άρχω της χώρας — правлю страной
Грамматика
Настоящее время
εγώ
άρχω
εσύ
αρχείς
αυτός
αρχεί
εμείς
αρχούμε
εσείς
αρχείτε
αυτοί
αρχούν
Аорист
εγώ
άρχισα
εσύ
άρχισες
αυτός
άρχισε
εμείς
αρχίσαμε
εσείς
αρχίσατε
αυτοί
άρχισαν
Будущее
εγώ
θα αρχίσω
εσύ
θα αρχίσεις
αυτός
θα αρχίσει
εμείς
θα αρχίσουμε
εσείς
θα αρχίσετε
αυτοί
θα αρχίσουν
Примеры
Αρχίσαμε το μάθημα στις εννέα το πρωί.
Мы начали урок в девять утра. · We started the lesson at nine in the morning.
Το παιδί αρχίζει να μιλάει καλύτερα.
Ребёнок начинает говорить лучше. · The child is beginning to speak better.
Θα αρχίσουν τα γήπεδα αύριο το απόγευμα.
Матчи начнутся завтра вечером. · The matches will start tomorrow evening.
Άρχισε με τις ερωτήσεις σου!
Начинай со своих вопросов! · Start with your questions!