άπταιστος
[ˈaptɛstos]прилагательноеC1
Значения
1
безошибочный, безупречный
flawless, impeccable, without fault · άπταιστη απόδοση — безупречное исполнение
2
безгрешный (в нравственном смысле)
sinless, blameless (morally) · άπταιστη ζωή — безгрешная жизнь
Грамматика
мужской род
им.
άπταιστος
вин.
άπταιστο
род.
άπταιστου
зват.
άπταιστε
женский род
им.
άπταιστη
вин.
άπταιστη
род.
άπταιστης
зват.
άπταιστη
средний род
им.
άπταιστο
вин.
άπταιστο
род.
άπταιστου
зват.
άπταιστο
Примеры
Η άπταιστη τεχνική του πιανίστα συγκίνησε το κοινό.
Безупречная техника пианиста тронула публику. · The pianist's flawless technique moved the audience.
Ο κριτικός επαίνεσε την άπταιστη ερμηνεία του έργου.
Критик похвалил безупречное исполнение произведения. · The critic praised the impeccable interpretation of the work.
Στη θρησκεία, μόνο ο Θεός θεωρείται άπταιστος.
В религии только Бог считается безгрешным. · In religion, only God is considered sinless.