άξονας
[ˈaksɔnas]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
ось (геометрическая или механическая)
axis (geometric or mechanical) · ο άξονας του τροχού — ось колеса
2
основной принцип, ключевая линия
central axis, main principle · ο άξονας της πολιτικής — основа политики
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο άξονας
вин.
τον άξονα
род.
του άξονα
зват.
άξονα
Мн. ч.
им.
οι άξονες
вин.
τους άξονες
род.
των αξόνων
зват.
άξονες
Примеры
Ο άξονας του αυτοκινήτου χρειάζεται επισκευή.
Ось автомобиля нуждается в ремонте. · The car's axle needs repair.
Στα μαθηματικά, ο άξονας x είναι οριζόντιος.
В математике ось x горизонтальная. · In mathematics, the x-axis is horizontal.
Η σχέση τους βασίζεται στον άξονα της εμπιστοσύνης.
Их отношения основаны на оси доверия. · Their relationship is built on the axis of trust.
Οι άξονες της ευρωπαϊκής πολιτικής αλλάζουν.
Оси европейской политики меняются. · The axes of European policy are shifting.