Греческий словарь
с грамматикой

άνοιγμα

[ˈaniyma]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
отверстие, проём
opening, aperture · άνοιγμα της πόρτας — дверной проём
2
действие открывания
act of opening · το άνοιγμα του παραθύρου — открывание окна
3
щель, зазор
gap, crack · άνοιγμα στον τοίχο — щель в стене

Грамматика

Ед. ч.
им.
το άνοιγμα
вин.
το άνοιγμα
род.
του ανοίγματος
зват.
άνοιγμα
Мн. ч.
им.
τα ανοίγματα
вин.
τα ανοίγματα
род.
των ανοιγμάτων
зват.
ανοίγματα

Примеры

Το άνοιγμα της πόρτας είναι πολύ στενό.
Дверной проём очень узкий. · The doorway is very narrow.
Έκλεισε τα ανοίγματα των παραθύρων.
Она закрыла щели между окнами. · She closed the gaps between the windows.
Το άνοιγμα του καταστήματος είναι στις εννέα το πρωί.
Магазин открывается в девять утра. · The shop opens at nine in the morning.
Ήταν μια μικρή τρύπα στο τοίχο, το άνοιγμα ενός παλιού καρφιού.
Это была небольшая дырка в стене — место, где раньше был старый гвоздь. · It was a small hole in the wall, the mark left by an old nail.