άμμος
[ˈamos]существительноеη · женский родA1
Значения
1
песок
sand · παίζω στην άμμο — играю в песке
Грамматика
Ед. ч.
им.
η άμμος
вин.
την άμμο
род.
της άμμου
зват.
άμμε
Мн. ч.
им.
οι άμμοι
вин.
τις άμμους
род.
των άμμων
зват.
άμμοι
Примеры
Τα παιδιά παίζουν με την άμμο στην παραλία.
Дети играют с песком на пляже. · The children play with sand on the beach.
Η άμμος είναι θερμή το καλοκαίρι.
Песок горячий летом. · The sand is hot in summer.
Στη δική μας παραλία υπάρχει πολλή άμμος.
На нашем пляже много песка. · There is a lot of sand on our beach.