Греческий словарь
с грамматикой

άθροισμα

[ˈaθrizma]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
сумма, общее количество
sum, total · το άθροισμα των αριθμών — сумма чисел
2
совокупность, агрегат
aggregate, collection · το άθροισμα των πολιτών — совокупность граждан

Грамматика

Ед. ч.
им.
το άθροισμα
вин.
το άθροισμα
род.
του αθροίσματος
зват.
άθροισμα
Мн. ч.
им.
τα αθροίσματα
вин.
τα αθροίσματα
род.
των αθροισμάτων
зват.
αθροίσματα

Примеры

Το άθροισμα αυτών των δύο αριθμών είναι σαράντα.
Сумма этих двух чисел равна сорока. · The sum of these two numbers is forty.
Υπολόγισε το άθροισμα των δαπανών του έργου.
Вычисли общую сумму расходов проекта. · Calculate the total sum of the project's expenses.
Το άθροισμα των προσπαθειών όλων μας έφερε την επιτυχία.
Совокупность усилий всех нас привела к успеху. · The combined effort of all of us brought success.